Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

Έχω γράψει τόσα που λίγες αράδες παραπάνω δε βλάφτουν


Έχω γράψει τόσα για την Ευρώπη και τον Τάλω, έχω γράψει τόσα για τη Φρονίμη και τόσα για τις Αλοΐδες που τώρα , για να προτάξω ένα κείμενο στα τρία θεατρικά μου, δεν ξέρω τι να κρατήσω και τι να αφήσω, τι είναι πιο σημαντικό, τι θα βοηθήσει τον αναγνώστη να νοιώσει τη συγκίνηση που δοκίμασα βουτώντας στα πέλαγα και στα νέφη των μεγάλων, των κοσμογονικών μύθων που στοιχειώνουν τον Ψηλορείτη, «το αγιασμένο όρος, που ΄γινε λίκνο του Διός και νυφική του κλίνη». Ωστόσο δεν είναι μόνο αυτά που έγραψα, τα έργα σε μέτρο, τα τραγούδια σε στίχο ομοιοκατάληκτο και τα πολλά σημειώματα και άρθρα για τα ίδια θέματα. Είναι κι αυτά που διάβασα, αυτά που συνάντησα, αυτά που μου αποκαλύφθηκαν στις αναζητήσεις μου. Είναι κι αυτά που αποκόμισα απ’ τις συζητήσεις μου με ανθρώπους που με είχαν προλάβει στην εξερεύνηση και την εντρύφηση του προϊστορικού κόσμου των μύθων.
Είναι άραγε επανάληψη να αναφερθώ στο μύθο της Αρπαγής της Ευρώπης; Αντίθετα, νομίζω πως είναι χρέος. Ένα ολόκληρο έργο παίχτηκε για δυο χρόνια μ’ αυτό το θέμα, ξεσηκωμένο απ’ την πιο αυθεντική πηγή, απ’ τα Διονυσιακά του Νόννου. Ο «μητρικός» αυτός μύθος μας άνοιξε δρόμους οδηγώντας μας σε πολλές παρόδους. Όπως απ’ τον κορμό βγαίνουν κλαδιά και παρακλάδια και φύλλα και καρποί έτσι κι απ’ το μύθο της Αρπαγής της Ευρώπης μας βγήκε μπροστά ο μύθος του Τάλου κι ύστερα διασταυρωθήκαμε με τη Φρονίμη, καθώς αναζητούσαμε διασταυρώσεις στα κιτάπια του Ηρόδοτου. Πρέπει να ξεχωρίσουμε την ιστορία της Φρονίμης και του πατέρα της του Ετέαρχου και το ορεινό βασίλειο της Αξού, όπως και τα όσα δεινά σημειώνει ο ιστορικός για την κόρη αυτή, και να διακρίνουμε την περιεκτικότητα μύθου που περιέχει. Όχι, - καταλήγουμε, - η υπόθεση της Φρονίμης είναι πιο πολύ ιστορία. Ο μύθος εδώ έχει λίγα δικαιώματα. Πολλά συνηγορούν πως έχουμε να κάνουμε με καθαρά γεγονότα που συνέβησαν σε εποχή συγκεκριμένη . Όσο για τα πρόσωπα, τα ιστορικά και γεωγραφικά στοιχεία που αναφέρονται, έχουν τέτοια υποστήριξη απ’ τις γραπτές πηγές και τις ανασκαφικές ανακαλύψεις που η ιστορικότητά τους καθίσταται αναμφισβήτητη. Η δραματουργία βέβαια δεν περιορίζεται και ασφαλώς δεν δεσμεύτηκε απ’ την ιστορική τεκμηρίωση. Αν σταματούσε σ’ αυτά τα όρια τι δραματουργία θα ήτανε; Η θεατροποίηση χρησιμοποίησε τα ιστορικά και τα μυθικά με την αυθαιρεσία που της επιβάλει ο ρόλος της. Κι όπως λέει ο Χορός στην προσφώνηση : «Δεν θέλω της ιστορίας τους κανόνες, μα των μύθων την ασυδοσία, Φρονίμη…» έτσι και η συγγραφική φαντασία έλαβε, κράτησε, απέρριψε, επινόησε, συνέθεσε κι απέδωσε την ιστορία μα τη δική της εκδοχή.
Ο Τάλως όμως ήταν «του μύθου άτρωτο εγγόνι…». Τα κείμενα που τον αναφέρουν δεν διεκδικούν παρά μόνο υπόνοιες πραγματικότητας. Δεν αποκλείεται, πίσω απ’ τον κώδικα του φανταστικού να έχει ο χρόνος κρυμμένη κάποια καταγραφή γεγονότων, όπως συμβαίνει άλλωστε με όλους τους μύθους. Μα ποιος μπορεί να διαβάσει κάτω, ανάμεσα και πίσω απ’ την υπερρεαλιστική όψη του μύθου, ποια είναι η αλήθεια που μας μεταφέρει; Φαίνεται, ωστόσο, πως ο Τάλως ήταν κάποτε στην Κρήτη πρωτεύουσα και κυρίαρχη θεότητα, ηλιακής γενεαλογίας, σε χρόνους πολύ παλαιότερους απ’ το έπος της Αργοναυτικής Εκστρατείας. Αν η εξόρμηση των Μινύων για την αρπαγή του χρυσόμαλλου δέρατος έγινε κάπου στο 1400 π। Χ।, όπως καταλήγουν οι σύγχρονες χρονολογήσεις, η λατρεία του Τάλου σαν θεό του ήλιου, μπορεί να υπήρχε 1000 η και 2000 χρόνια νωρίτερα। Μεταγενέστερα, στα μινωικά χρόνια θα πρέπει να υποβαθμίστηκε σε όργανο εκτελεστικό, σε φρουρό και προστάτη της Ευρώπης και της Κρήτης κατ’ εντολή του Δία. Ο πατέρας των ολύμπιων, όταν πια είχε καθιερωθεί το ολυμπιακό πάνθεο, τον δώρισε στην εκλεκτή του, την Φοινικοπούλα Ευρώπη, διορίζοντάς τον σωματοφύλακα της, αφού μ’ αυτές τις προδιαγραφές κατασκευάστηκε στο εργαστήρι του Ήφαιστου. Δεν είναι τολμηρή, ούτε ριψοκίνδυνη η υπόθεση πως στην μεταγενέστερη μινωική μεταμόρφωση του Τάλου, ( εδώ πρέπει να θυμηθούμε πως πετούσε και πως σ’ ένα αρχαίο νόμισμα εικονίζεται με φτερά ) ταυτίστηκε με τη μορφή του Ερμή, που λατρεύτηκε κι αυτός πληθωρικά στην Κρήτη, στα δυσδιάκριτα χρόνια της προϊστορίας, πριν καθιερωθεί η λατρεία που τον μετέβαλε σε αγγελιοφόρο των Ολύμπιων κλπ, κλπ. Αλλά δεν μας ενδιαφέρει ο Ερμής, όσο και αν προσομοιάζει αρχετυπικά στον Τάλω . Η έμπνευση μας χρησιμοποίησε τον κάτοικο των Ταλαίων όπως ο επικρατέστερος μύθος τον παρουσιάζει, όπως ο Απολλώνιος Ρόδιος τον περιγράφει στο έπος του «Αργοναυτικά», στην δραματική του δηλαδή εμπλοκή στην προσόρμιση της Αργώς στα κρητικά παράλια. Όταν η πανούργα
Μήδεια καταφέρνει να αποπλανήσει τον Τάλω και να της αποκαλύψει το μυστικό του και κείνη στη συνέχεια τον εξουδετερώνει, η κρητική μυθολογία απλώνει ένα υφάδι της εμπλέκοντας στον αργαλειό της μυθοπλασίας της τον μυθολογικό κύκλο της Αργοναυτικής Εκστρατείας κι απλώνοντας την οικουμενικότητά της.
Και εδώ είναι απαραίτητο να σημειωθεί πόσο ευνοϊκά μου προσφέρθηκε ο μύθος για να συσχετίσω , ως συνέπεια της Ύβρης που συντελέστηκε με την Μήδεια και τον Τάλω, με την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης και την καταστροφή του μινωικού πολιτισμού. Ποιητική αδεία κατά το ρηθέν και μ’ αυτό το δικαίωμα δανείστηκα (απ’ την Αρπαγή της Ευρώπης και πάλι) το χρησμό που υπάρχει σχετικά με την εξουσία του κόσμου, που ο Δίας την χάνει και την αρπάζει ο Τυφώνας κι ανατρέπεται τότε η Αρμονία του σύμπαντος. Αυτήν την ανατροπή την μετέφερα στο Αιγαίο υπαινισσόμενος πως η θεά Αρμονία «γκρεμίστηκε και πάλι απ’ το θρονί της και ο Τυφώνας ξαναβγήκε απ’ τα τάρταρα» όταν η Μήδεια πάτησε το βέβηλο πόδι της στην Κρήτη. Οι προεκτάσεις όπως πάντα στη δικαιοδοσία του θεατή.
Στο τρίτο έργο οι συγκυρίες μου επέτρεψαν οι προεκτάσεις να γίνουν πιο ευανάγνωστες. Τα γνωστά θλιβερά γεγονότα του Μυλοποτάμου, που συντάραξαν τη κοινή γνώμη, ελληνική και διεθνή, μου έδωσαν το εύρημα της επέλευσης του κακού που κάνει τους αρχέγονους μηχανισμούς να τεθούν σε λειτουργία και να ηχήσει το προσκλητήριο που αφυπνίζει τις πολέμιες του κακού, τις θυγατέρες του Τάλου, τις Αλοΐδες. Οι κοπελιές αυτές δεν έχουν τόσο μεγάλη την υποστήριξη της μυθολογίας όσο της λαογραφίας. Με ισχνή μυθολογική γενεαλογία, εδραιωμένες περισσότερο σε μεταγενέστερες δοξασίες της λαϊκής αντίληψης, προφανώς επηρεασμένες απ’ την ονομαστική συγγένεια με την ηλιογενή ρίζα: Ήλιος, Τάλως, Αλοΐδες, Ελωτία ( Το κρητικό όνομα της Ευρώπης ) μοιράστηκαν κι αυτές τον ηρωικό ρόλο του υπερασπιστή του καλού. Έλαβαν λοιπόν το μήνυμα και ήρθαν στην εποχή που ο κακούργος ο Σκάρπος, ο τρισάθλιος, ο χιλιαφορεσμένος, πειρατής και απαγωγέας κοριτσιών έχει ενσκήψει στο Μυλοπόταμο. Δεν μπορώ εδώ να παραλείψω το αναγεννησιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθέτησα τη δράση των Αλοΐδων. Ζευγάρωσα την προϊστορία με την Ενετοκρατία κι έβαλα το φανταστικό περιστατικό του Σκάρπου να συμβαίνει κάπου στα 1600, στο Ρέθυμνο φυσικά, στα χωριά της βορειοδυτικής πλαγιάς του Ψηλορείτη, ήγουν στο Μυλοπόταμο. Όχι μόνο.
Στο έργο Χορτάτσης και Εργίνα, το πέμπτο της εξαλογίας (έξη, μαζί με το φετινό: «Ο Ψηλορείτης τραγουδάει τους μύθους του») που το παρουσιάσαμε το καλοκαίρι του 2006 σε εναλλασσόμενες παραστάσεις με τον Τάλω, η γεωγραφία είχε μεταφερθεί δυτικά, στην αμαριανή κοιλάδα, στα κράσπεδα ανάμεσα Ψηλορείτη και Κέδρος. Ένας μυθιστορηματικός έρωτας του Χορτάτση δρασκελίζει το μεγάλο βουνό και συναντάει την αγαπημένη του στην πεδιάδα της Μεσσαράς, στη Γόρτυνα, επισημαίνοντας την κατάκτηση της Κρήτης απ’ τους Αχαιούς, τους Αρκάδες. Αναγεννησιακής ατμόσφαιρας κατακάθαρα το έργο αυτό ( το μόνο που δραματοποιεί την κρητική Αναγέννηση) δεν δυσκολεύτηκε εντούτοις να αναμειχθεί και να συμπλεχθεί με την μυθική περίοδο του προϊστορικού βασιλιά Αστερίωνα, γιού του Δευκαλίωνα και συζύγου της Ευρώπης. Το έργο Χορτάτσης και Εργίνα θα εκδοθεί προσεχώς συντροφευμένο από τα νεώτερα, γραμμένα ήδη αλλά άπαικτα.
Δε με παίρνει να γράψω περισσότερα για τα τρία έργα μου που περιλαμβάνονται στις σελίδες του παρόντος. Κρίμα, γιατί έχω πολλά να σημειώσω που τα θεωρώ σημαντικά και αναπόσπαστα. Θέλω να πω για τον δεκαπεντασύλλαβο που με τρόπο πραγματικά μυστηριώδη και σχεδόν μεταφυσικό αναβλύζει απ’ τον νου μου, λες και στοχάζομαι και λειτουργώ με τον ρυθμό του. Έχω την ανάγκη να σημειώσω πόσο με γοήτευσε η συνύφανση των μύθων με τα διάφορα ιστορικά δεδομένα, να φέρνω δηλαδή σε επαφή την Αριάδνη με τον Τάλω και σε σύγκρουση με τη Μήδεια. Να φέρνω τους Αχαιούς να πολιορκούν το ορεινό βασίλειο της Αξού, να συνδέω τον μινωικό πολιτισμό και πολιτισμό του Αιγαίου με την υπόνοια πως Κρήτη και Θήρα ήταν η χαμένη Ατλαντίδα. Με ενθουσίασαν τα πρόσωπα και οι ιδέες που μου γεννήθηκαν στην αναγεννησιακή διαπραγμάτευση των ιστοριών μου. Να αναφέρω τον ιταλό θεατρίνο Αντόνιο Μολίνο, (πρόσωπο ιστορικό) απ’ το Χορτάτσης και Εργίνα, την Βενετσιάνα θεατρίνα Φαίδρα και την εξαδέρφη του Χορτάτση, την Υακίνθη. Πραγματική απόλαυση και χαρά μου πρόσφεραν οι δυο κωμικοί, το αρχετυπικό αυτό ζευγάρι των κλασικών κωμωδιών και αναγνωρίσιμες «μούρες» του κρητικού θεάτρου, ο Γιάκουμος κι ο Νικολής, που τους έπλασα για τις Αλοΐδες, αλλά τους ξαναβρήκα στο φετινό έργο πολύ πιο εμπνευσμένους, κεφάτους και εξαιρετικά λειτουργικούς। Θέλω επίσης να πω για την επικοινωνία που πέτυχαν με τα έργα μου οι αρχαίοι μύθοι με τους σημερινούς τους απόγονους, τους θεατές, μικρούς και μεγάλους που κάθισαν απέναντι απ’ τα διαδραματιζόμενα και ήπιαν απ’ το ρακί απόσταξης του μακραίωνου παρελθόντος τους। Θέλω ακόμα να σημειώσω πως γύρισα αγόγγυστα τη ράχη σε μια τριανταπεντάχρονη καριέρα του θεατρικού κριτικού ( κράτησα μόνο το καθηγητιλίκι από ανάγκη βιοπορισμού) για να αφοσιωθώ στη σπουδή και στην εξόρυξη των σπάνιων αυτών κοιτασμάτων.
Αν και πολλά και πολλοί προσπάθησαν να με κάνουν να μετανιώσω για τη διάθεση κόπου και μόχθου, δεν το πέτυχαν ούτε στο ελάχιστο. Τους θυμάμαι όμως, αν και θα’ θελα να τους ξεχάσω. Θα μου δοθεί ωστόσο ευκαιρία να τους ελεεινολογήσω σε άλλον τόπο, λιγώτερο αξιοσέβαστο. Ωστόσο με κανέναν τρόπο δεν μπορώ να ξεχάσω τους φίλους, αυτούς που συνοδοιπορήσαμε, τους συμμέτοχους, τους ομόθρησκους στη λατρεία του πολιτισμού, της παράδοσης, της ιστορίας, του βαθέως συναισθήματος στη Κρήτη κι σ’ ό,τι γεννάει αυτό το συναίσθημα। Δε θα τους μνημονεύσω ονομαστικά। Το έχω κάνει πολλές φορές και φοβάμαι μη και το ξεφτίσω। Να σημειώσω μόνο υπενθυμητικά πως όλα και όποια αξιώματα και τα οφίτσια πάνε κι έρχονται και ξεχνιούνται. Ας ελπίσουμε πως αυτά τα έργα, τα μυλοποταμίτικα και τα αμαριώτικα, τα έργα των μύθων του Ψηλορείτη θα μείνουν και θα παιχθούν και θα παίζονται ξανά και ξανά και μετά από μας και πως όλοι που τα ενθαρρύναμε θα βρισκόμαστε εκεί τις βραδιές, όποτε κι αν παρασταίνονται.

Είπα πως δε θα μνημονεύσω κανέναν. Δεν μπορεί όμως να αποσιωπηθεί πως η έκδοση αυτών των έργων γίνεται για τα δεκάχρονα των Ταλλαίων, του μικρού αλλά άξιου φεστιβάλ του Δήμου Κουλούκωνα και δεν είναι κρυφό ποιος το ίδρυσε, ποιος το διευθύνει , σε τίνος τα χέρια αξιώθηκε και ποια ήταν συμπαράσταση του δημοτικού άρχοντα, του ίδιου σ’ όλη αυτή τη δεκαετία. Κι αν αναφέρω ονομαστικά τον δημοσιογράφο Μανούσο Κλάδο και την δήμαρχο Δημήτρη Κόκκινο δε είναι για επιδαψίλευση η φιλοφρόνηση, είναι για να αποτελέσουν παράδειγμα για πολλούς άλλους που λειτουργούν με κοντοφθαλμοσύνη και σκοπιμότητα παραμερίζοντας την ύψιστη προτεραιότητα του πολιτισμού. Για την Κρήτη μιλάμε.

Γιώργος Χατζηδάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: